Ιστότοπος ΠΜΣ «Αρχαίος Κόσμος: Ιστορία και Αρχαιολογία» 2016-2024
ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΣΚΑΦΗ ΣΤΗ ΔΟΥΡΟΥΤΗ
(ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥΠΟΛΗ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ)
H Θέση και οι Πρώτες Ανασκαφές
Ο λόφος με απόλυτο υψόμετρο 550-555 μ. (ή 80 περίπου μ. πάνω από την επιφάνεια της λίμνης Παμβώτιδας) που σήμερα ανήκει στο Δημοτικό Διαμέρισμα Νεοχωρόπουλου του Δήμου Ιωαννιτών βρίσκεται στις δυτικές παρυφές του λεκανοπεδίου των Ιωαννίνων εντός των ορίων της Πανεπιστημιούπολης του Πανεπιστήμιου Ιωαννίνων. Μαζί́ με τον αμέσως βορειότερο λόφο «Ασβό» αποτελούν τμήμα της βουνοσειράς των Μαρμάρων, περίπου 1 χλμ. ΝΔ του Νεοχωρόπουλου. Η χαράδρα «Μεγάλο Λαγκάδι» μεταξύ των δυο λόφων αποτελούσε πιθανόν φυσική δίοδο από το λεκανοπέδιο των Ιωαννίνων προς την κοιλάδα της Δωδώνης.
Με βάση τα έως σήμερα γνωστά αρχαιολογικά δεδομένα, ο λόφος και ο περιβάλλων χώρος έχουν μακρά ιστορία. Η πρωιμότερη δραστηριότητα ανάγεται στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού, εκτείνεται στους ιστορικούς χρόνους από την Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου έως και την Ύστερη Κλασική περίοδο. Νεκροταφείο των πρώιμων χριστιανικών χρόνων υποδεικνύει τη χρήση του λόφου την περίοδο εκείνη, και χρονικά ακολουθείται από τα μεταβυζαντινά μνημεία (Μονές Αγίου Γεωργίου και Αγίας Παρασκευής). Τέλος, στην κορυφή του λόφου της Δουρούτης εντοπίζονται οχυρώσεις της περιόδου της Τουρκοκρατίας.
Το 1965, ο Σωτήριος Δάκαρης εντόπισε τάφο της Ύστερης Εποχής του Χαλκού εντός της χαράδρας Μεγάλο Λαγκάδι, η οποία χωρίζει το λόφο της Δουρούτης από το Νεοχωρόπουλο. Την ίδια χρονιά εντοπίστηκε στην περιοχή του Νεοχωρόπουλου ενεπίγραφη επιτύμβια στήλη Ελληνιστικών χρόνων, εκτεθειμένη σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ιωαννίνων.
Η διάνοιξη αποστραγγιστικής τάφρου στην έξοδο της χαράδρας στο πλαίσιο των έργων διαμόρφωσης του αδόμητου τότε χώρου της Πανεπιστημιούπολης έφερε στο φως θεμέλια αρχαίων κτισμάτων, αλλά και ταφές στις βορειοανατολικές υπώρειες του λοφώδους τμήματος της Δουρούτης το 1976. Στο χώρο των ταφών επικεντρώθηκαν για λόγους ασφαλείας οι σωστικές ανασκαφές από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Ιωαννίνων (τότε ΙΒ΄ ΕΠΚΑ) με υπεύθυνη την σήμερα Επίτιμη Έφορο Αρχαιοτήτων κυρία Ιωάννα Ανδρέου. Αυτές συνεχίστηκαν έως το 1981 υπό τη διεύθυνση της ίδιας.
Επιπλέον, από το 1995 έως και το 2006 διενεργήθηκε συστηματική ανασκαφή από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Ιωαννίνων υπό τη διεύθυνση της κ. Ι. Ανδρέου σε συνεργασία με τον Τομέα Αρχαιολογίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων εκπροσωπούμενου από την καθηγήτρια Κωνσταντίνα Γραβάνη και με τη συμμετοχή ομάδων φοιτητών του Τμήματος. Η ανασκαφή αυτή χρηματοδοτήθηκε από το Ίδρυμα Ψύχα και το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Επιπλέον, πραγματοποιήθηκε επιφανειακή έρευνα, καθώς και διασκόπηση υπεδάφους από το Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας του Πανεπιστημίου Κρήτης, με υπεύθυνο τον Δρα Απόστολο Σαρρή.
1. Το Νεκροταφείο
Οι σωστικές ανασκαφές αποκάλυψαν στον περιφερειακό δρόμο της Πανεπιστημιούπολης εκτεταμένη νεκρόπολη σε χρήση από το τέλος της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου έως και τους Ελληνιστικούς χρόνους. Ειδικότερα, οι πρωιμότερες ταφές χρονολογήθηκαν στον 7ο, ενώ οι υστερότεροι στο τέλος του 4ου αιώνα π.Χ.
Το νεκροταφείο αποτελείται από έναν κεντρικό πυρήνα με ιδιαίτερα πυκνή κατανομή τάφων (140 τάφοι), ενώ εντοπίστηκαν τόσο μεμονωμένες όσο και συστάδες ταφών, διασκορπισμένες σε μια ευρύτερη περιοχή. Διερευνήθηκαν λάκκοι καλυμμένοι με λιθοσωρό ή με λίθινες πλάκες, κιβωτιόσχημοι και κεραμοσκεπείς τάφοι, παιδικοί εγχυτρισμοί, ταφές σε πίθους, ανακομιδές και ελάχιστες δευτερογενείς καύσεις. Οι ταφές – ιδιαίτερα του 6ου και 5ου αιώνα – απέδωσαν μεγάλο αριθμό ευρημάτων κυρίως χάλκινων και σιδερένιων αντικειμένων, αλλά και ποσότητες εγχώριας και εισηγμένης κεραμικής. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν πολλά χάλκινα ευρήματα, μεταξύ τους ακέραιο αρχαϊκό κράνος με εγχάρακτη διακόσμηση, ακέραια προτομή γρύπα και αυτιά άλλων, στόμια αυλών και πολλά θραύσματα από την περιφέρεια αρχαϊκών ασπίδων, διακοσμημένα με έκτυπους πλοχμούς, αντικείμενα δηλαδή που συνήθως είναι αφιερώματα σε μεγάλα ιερά της αρχαιότητας. Πολλά από τα ευρήματα αυτά εκτίθενται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ιωαννίνων.
Είναι ενδιαφέρον ότι η επίχωση μεταξύ́ των τάφων σε όλη την έκταση του νεκροταφείου, απέδωσε χειροποίητη και τροχοποίητη κεραμική με πλαστική ή αμαυρόχρωμη διακόσμηση ή και αδιακόσμητη της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου που θεωρήθηκε ότι ανήκει σε κατεστραμμένους πρωιμότερους τάφους. Ίδιου τύπου κεραμική εντοπίστηκε και στα κατώτερα στρώματα χρήσης τόσο στον χώρο του Θεσμοφορίου όσο και των άλλων κατασκευών που εντοπίστηκαν δυτικά της νεκρόπολης.
2. Το «Θεσμοφόριο»
Περίπου 200 μ. δυτικά του νεκροταφείου, στις βορειοανατολικές υπώρειες του λόφου της Δουρούτης, αποκαλύφθηκαν δύο συγκροτήματα με κατασκευές κυκλικής και ορθογώνιας κάτοψης που αρχικά θεωρήθηκαν τμήματα οικισμού, μετά την πρόοδο όμως των ερευνών αποδόθηκαν σε ιερό Δήμητρας. Τα κατάλοιπα χαρακτηρίστηκαν ως Βόρειο και Νότιο Συγκρότημα σε συσχετισμό με τη σύγχρονη οδό που τα διαχωρίζει.
Το Βόρειο Συγκρότημα καταλαμβάνει τη βόρεια παρυφή́ του ανατολικού άκρου της χαράδρας Μεγάλο Λαγκάδι και εκτείνεται στην πλαγιά, δίπλα σε τμήμα της αποστραγγιστικής τάφρου της Πανεπιστημιούπολης. Αρχικά εντοπίστηκαν εντελώς αποσπασματικά θεμέλια κυκλικών και ορθογώνιων κτισμάτων, σχεδόν κατεστραμμένα από μηχανικό εκσκαφέα. Οι συστηματικές ανασκαφές αποκάλυψαν κυκλικό κτίριο διαμέτρου 10.50 μ. που σχηματίζεται από δύο ομόκεντρους κυκλικούς τοίχους, κατασκευασμένους από τοπικό ασβεστόλιθο. Στο εσωτερικό του εντοπίστηκε τετράγωνη εστία-βωμός και κυκλικός λάκκος κενός, ευρήματα τα οποία κατά την ανασκαφέα παραπέμπουν σε λατρευτικό χώρο, συγκεκριμένα σε Θεσμοφόριο για τη χθόνια λατρεία της Δήμητρας, ανάλογο του κυκλικού Θεσμοφορίου της Πέλλας. Το κυκλικό κτίσμα είχε κατασκευαστεί στις αρχές του 4υ αιώνα π.Χ. πάνω σε σε εκτεταμένο στρώμα ανοιχτής πυράς, όπου τελούνταν χθόνιες θυσίες ήδη από την Πρώιμη Εποχή Σιδήρου. Η επίχωση του κτιρίου προερχόταν κυρίως από υλικά μεταφερμένα από την πλαγιά του λόφου και περιελάμβανε όστρακα από υδρίες, τριποδικά αγγεία, λεκάνες, πινάκια, αμφορείς, χύτρες, πίθους, σκύφους, κοτύλες, φιάλες, κανθάρους κ.ά., αγνύθες, θραύσματα πήλινων ειδωλίων γυναικείων μορφών, λίθινων και πήλινων τριβείων, οστά τεμαχισμένων ζώων, κυρίως βοοειδών, αλλά και αιγοπροβάτων, ελαφιών, ιππιδών και χοίρων.
Ανατολικά και δυτικά της κυκλικής κατασκευής, σε συνολικό μήκος περίπου 30 μ., αποκαλύφθηκαν αποσπασματικά θεμέλια κτισμάτων, δηλαδή δύο τοίχων που σχηματίζουν ορθή γωνία και τμήματα άλλων που ανήκαν επίσης σε ορθογώνιους χώρους. Αμέσως βορειοδυτικά της, σχεδόν στη σημερινή επιφάνεια του εδάφους, εντοπίστηκε τμήμα αναλήμματος που στήριζε μονοπάτι για την ανάβαση στην πλαγιά, στον χώρο αμέσως βόρεια του συνόλου καθώς και τμήμα ανοιχτού αγωγού.
Το Νότιο Συγκρότημα ήρθε στο φως στη θέση «Αλώνι του Δεσπότη», 100 περίπου μ. νότια του Βόρειου και βορειοανατολικά της μονής της Δουρούτης. Η θέση είχε κατά τόπους διαταραχθεί από τις βελτιώσεις του δρόμου που οδηγεί στη Μονή αλλά, ευτυχώς, διασώθηκαν θεμέλια κτισμάτων και κυκλικό πλακόστρωτο, όλα σχεδόν στην επιφάνεια του εδάφους.
Ο κυκλικής κάτοψης πλακοστρωμένος χώρος, διαμέτρου 15 μ., έχει καταστραφεί εν μέρει από τη διάνοιξη του δρόμου που οδηγεί στη μονή, ενώ τμήμα του καλύπτεται από το σημερινό οδόστρωμα. Είχε κατασκευαστεί στις αρχές του 4ου αι. π.Χ., όπως και τα κτίσματα του βόρειου συγκροτήματος, και κατά την ανασκαφέα πιθανότατα ταυτίζεται με αλώνι, δηλαδή την αρχαία Άλω που συνδεόταν με μία ακόμα λαϊκή γιορτή με μυστικά δρώμενα, τα Αλώα, αφιερωμένα στη Δήμητρα και τον Διόνυσο. Εξωτερικά της νοτιοδυτικής πλευράς του πλακόστρωτου αποκαλύφθηκαν δύο αρχαιότερες ταφές, δηλαδή ένας λακκοειδής τάφος καλυμμένος από λιθοσωρό με σκελετό σε συνεσταλμένη στάση και ένας παιδικός εγχυτρισμός εντός μικρού πίθου. Οι ταφές είναι σύγχρονες και τα κορινθιακά αγγεία που περιείχαν τις τοποθετούν χρονικά στον 6ο αιώνα π.Χ.
Σε απόσταση 30 μ. νότια του πλακόστρωτου ερευνήθηκαν τα σχεδόν επιφανειακά αλλά σε πλήρη κάτοψη θεμέλια ορθογώνιου κτίσματος εξωτερικών διαστάσεων 8,00 X 7,00 μ. που διαιρείται εσωτερικά σε δύο ανισομεγέθεις χώρους, ο μικρότερος από τους οποίους περιελάμβανε εστίες, κάρβουνα και οστά ζώων. Χρονολογείται στη ίδια εποχή με το πλακόστρωτο και η έρευνά του απέδωσε τμήματα κεράμων, θραύσματα από πίθους, μεγάλα χειροποίητα και τροχοποίητα αγγεία, κυκλικά πήλινα πώματά τους καθώς και οστά και κέρατα ζώων. Κατά την ανασκαφέα οι εστίες και τα κινητά ευρήματα οδηγούν στη σύνδεσή του κτιρίου με τα δρώμενα των τελετουργικών εστιάσεων-συμποσίων που πραγματοποιούνταν στα ιερά. Σε επαφή σχεδόν με τη νοτιοανατολική πλευρά του ορθογώνιου κτιρίου εντοπίστηκε τμήμα θεμελίου, το οποίο ανήκε σε κυκλική κατασκευή διαμέτρου 10 μ. Σε τομές που έγινα βορειοδυτικά του πλακόστρωτου βρέθηκαν όστρακα από αγγεία κορινθιακά και γεωμετρικών χρόνων, μελαμβαφή της κλασικής και πρώιμης ελληνιστικής εποχής, καθώς και αγνύθες.
Αμέσως βορειοανατολικά του χώρου του κυκλικού πλακόστρωτου, σε χαμηλότερο επίπεδο και αριστερά του δρόμου προς τη Μονή Δουρούτης, οι έρευνες της τελευταίας περιόδου των συστηματικών ανασκαφών αποκάλυψαν, σχεδόν επιφανειακά και πάλι, αποσπασματικά θεμέλια ορθογώνιου κτιρίου κάτω από στρώμα καταστροφής καθώς και μικρού μήκους τμήματα των αναλημμάτων αρχαίου δρόμου που κατευθύνεται προς τον χώρο του πλακόστρωτου.
Τα ελάχιστα κτιριακά κατάλοιπα που είχαν εντοπιστεί και απλώς καθαριστεί επιφανειακά κατά τη διάνοιξη της αποστραγγιστικής τάφρου, δηλαδή στο ονομαζόμενο Βόρειο Συγκρότημα, αποδόθηκαν αρχικά σε οικίες ενός οικισμού που θα χρησιμοποιούσε τη γειτονική νεκρόπολη που ερευνήθηκε ανατολικότερα. Ήδη, πριν από μετά το τέλος της έρευνας στο νεκροταφείο και αρκετά πριν από την έναρξη των συστηματικών ανασκαφών στον χώρο των κτισμάτων, η ανασκαφέας προβληματιζόταν για τη μεταξύ τους σχέση εξαιτίας της πληθώρας και του είδους των κτερισμάτων που δεν ανταποκρίνονταν στην ποιότητα της ζωής των ανθρώπων μια αγροτικής μολοσσικής κώμης. Τα αποτελέσματα των συστηματικών ανασκαφών οδήγησε στο συμπέρασμα ότι το σύνολο ανήκει σε λατρευτικές εγκαταστάσεις ιερού της Δήμητρας, με τη λατρεία της οποίας συνδέονται όχι μόνο τα Θεσμοφόρια αλλά και τα αλώνια, όπως εκείνο του Νότιου Συγκροτήματος. Η απόδοση βασίστηκε καταρχήν στην κυκλική κάτοψη του κτιρίου του Βορείου Συγκροτήματος, καθώς και στις κατασκευές του εσωτερικού του, δηλαδή την εστία-βωμό και τον κυκλικό λάκκο, απολύτως χαρακτηριστικά γνωρίσματα της λατρείας στα Θεσμοφόρια. Κατά την ανασκαφέα, τη συγκεκριμένη απόδοση ενισχύει τόσο η ίδρυση του κτίσματος πάνω σε στρώματα αρχαιότερων έμπυρων θυσιών όσο και η ποικιλία των κινητών ευρημάτων που συγκεντρώθηκαν, μεταξύ τους κοσμήματα και θραύσματα γυναικείων ειδωλίων, ειδικά μορφών με δάδα και φιάλη, αλλά και πολυάριθμα τμήματα τεμαχισμένων οστών ζώων.
Το σύνολο των κατασκευών χρονολογήθηκε στο πρώτο μισό του 4ου αιώνα π.Χ., ενώ η πρωιμότερη χρήση του χώρου τοποθετήθηκε στην Πρώιμη Εποχή́ του Σιδήρου, λόγω της παρουσίας χειροποίητης κεραμικής στα κατώτερα στρώματα. Οι πρωιμότερες αυτές ενδείξεις αποδόθηκαν σε μια πρωιμότερη υπαίθρια λατρεία χθόνιου χαρακτήρα, ενώ τα οικοδομήματα του Θεσμοφορίου συνδέθηκαν με την αστικοποίηση των Μολοσσών και τον βασιλιά Θαρύπα.
Παρά την απόδοση των κτισμάτων σε ιερό και δη σε Θεσμοφόριο από τις Ανδρέου και Γραβάνη, η ερμηνεία αυτή δεν έχει γίνει καθολικά αποδεκτή από την έρευνα (βλ. χαρακτηριστικά Πλιάκου 2007, 162-163).
3. Ο οικισμός
Τα κτιριακά κατάλοιπα του Βορείου και Νοτίου συγκροτήματος αποδόθηκαν σε ιερό και όχι σε οικισμό, όπως είχε αρχικά υποτεθεί. Σε οικισμό είναι πιθανό να ανήκουν τα εντελώς αποσπασματικά θεμέλια που εντοπίστηκαν επιφανειακά σε απόσταση 150-200 μ. βορειοανατολικά του Βόρειου Συγκροτήματος, δίπλα ακριβώς στην περίφραξη κατά μήκος του βόρειου ορίου της Πανεπιστημιούπολης, και σημειώνονται στο τοπογραφικό με την ένδειξη θεμέλια. Η κατοίκηση θα πρέπει να τοποθετηθεί στην Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου με βάση το στρώμα της χειροποίητης κεραμικής.
Στην κορυφή του λόφου της Δουρούτης, δίπλα σε οχυρωματικά έργα της τουρκοκρατίας, έχουν εντοπιστεί επιφανειακές κυκλικές θεμελιώσεις, οι οποίες πιθανώς ανήκουν είτε σε καλύβες οικισμού είτε σε νεκροταφείο τύμβων της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου, όπως οι αντίστοιχες κατασκευές που εντοπίστηκαν και ανασκάφηκαν σε διάφορες θέσεις της κοιλάδας του Γορμού στο Πωγώνι.
ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΣΚΑΦΗ ΣΤΗ ΔΟΥΡΟΥΤΗ
(ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥΠΟΛΗ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ)
Νέα Ανασκαφική Έρευνα (2022-2026)
Ο Τομέας Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων ανέλαβε, ύστερα από ομόφωνη θετική γνωμοδότηση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου (10.05.2021), τη διενέργεια πενταετούς ανασκαφικού προγράμματος κατά τα έτη 2022-2026 στο λόφο της Δουρούτης υπό τη διεύθυνση των καθηγητών Α. Βλαχόπουλου, Α. Αλεξανδρίδου, Κ. Καθάριου.
Η συνέχιση της συστηματικής ανασκαφής στη Δουρούτη έχει ερευνητικούς-αρχαιολογικούς και εκπαιδευτικούς στόχους, επιδιώκοντας να συνδυάσει τη διερεύνηση της σημαντικής αρχαίας θέσης με την εκπαίδευση των φοιτητών της κατεύθυνσης Αρχαιολογίας του Τμήματος στο πεδίο, συνδυαστικά με το προσφερόμενο από τον Τομέα Αρχαιολογίας μάθημα «Ανασκαφική-Αρχαιολογία πεδίου στην Ήπειρο».
1. Το Νεκροταφείο
Στο πλαίσιο των εργασιών προπαρασκευαστικού χαρακτήρα περιορισμένης διάρκειας (15 Ιουνίου – 6 Ιουλίου 2022), πραγματοποιήθηκε καθαρισμός του νεκροταφείου στα κατώτερα κράσπεδα του λόφου, καθώς και ο έλεγχος των παλαιών αποτυπώσεων των τάφων σε βάση τη σημερινή τους κατάσταση. Συγκεκριμένα, ταυτίστηκαν τρεις από τους κιβωτιόσχημους τάφους (Τάφοι Χ, ΧΙΙ και LXXXI), καθώς και δύο τοίχοι (ΤΧ 1-ΤΧ2) από πλακαρούς ασβεστολιθικούς λίθους, τμήμα πιθανόν κάποιας σύγχρονης και όχι αρχαίας κατασκευής.
2. Πλάτωμα νότια «Θεσμοφορίου: Τομές 2023.1 και 2023.2.
Κατά την ανασκαφική περίοδο του Μαΐου 2023, διανοίχθηκαν δύο δοκιμαστικές τομές στο πλάτωμα νότια του Βορείου Συγκροτήματος του Θεσμοφορίου σε συγκεκριμένες θέσεις με βάση τα αποτελέσματα της τεχνικής έκθεσης γεωφυσικών διασκοπήσεων που διενεργήθηκαν το 2005 από τον Δρ. Απόστολο Σαρρή στο πλαίσιο της συνεργασίας μεταξύ του Ινστιτούτου Μεσογειακών Σπουδών (ΙΜΣ-ΙΤΕ) και του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.
Οι τομές διαστάσεων 2x2 μ. εντάχθηκαν σε κάνναβο, έχουν προσανατολισμό Β-Ν και απέχουν μεταξύ τους 2 μ. Η Τομή 2023.1 αποτελεί την βορειότερη εκ των δύο και η Τομή 2023.2 τη νοτιότερη.
Οι εργασίες στις τομές έφτασαν σε βάθος περίπου 0,85 μ. και 0,70 μ. αντίστοιχα, όπου και ολοκληρώθηκαν καθώς δεν απέδωσαν ευρήματα.
Τα ευρήματα της γεωφυσικής διασκόπησης του Σαρρή μπορεί να μην επιβεβαιώθηκαν ούτε ανασκαφικά ούτε από το σύστημα Sonar του τοπογράφου Δ. Ζήνα, ωστόσο οι εργασίες στις δύο τομές προσέφεραν πληροφορίες σχετικά με τη στρωματογραφία στη θέση. Διαπιστώθηκε η ύπαρξη εναλλασσόμενων στρωμάτων καστανού χώματος με αργούς λίθους μικρού και μεσαίου μεγέθους και ανοιχτού καστανού χώματος με «λατύπη». Οι επιχώσεις αυτές είναι μάλλον αποτέλεσμα των χειμάρρων που υπήρχαν κοντά στο σημείο όπου ορίστηκε η τομή. Στα ανώτερα στρώματα συχνή ήταν η εύρεση τμημάτων πλαστικού, σύγχρονων τούβλων και μεταλλικών αντικειμένων, αποδείξεις ότι η περιοχή είχε δεχτεί όγκους απορριμμάτων, όπως μας υπέδειξαν οι ανασκαφείς κ. Ανδρέου και κ. Γραβάνη αλλά και κάτοικος της περιοχής.
3. «Θεσμοφόριο»
Το 2022, πραγματοποιήθηκε καθαρισμός των ορατών αρχιτεκτονικών καταλοίπων του Βόρειου Συγκροτήματος και δη του κυκλικού κτιρίου διαμέτρου 10,50 μ. που διαμορφώνεται από δύο ομόκεντρους τοίχους και απομακρύνθηκαν τα υπολείμματα του γεω-υφάσματος που είχε τοποθετηθεί πάνω από τα κτιριακά κατάλοιπα στις αρχές της δεκαετίας του 2000.
Ακριβώς βόρεια του κυκλικού κτιρίου, οι εργασίες του 2022 επικεντρώθηκαν στην αποκάλυψη τοίχου μεγάλων διαστάσεων που ονομάστηκε συμβατικά «Αναλημματικός Τοίχος 1». Έχει διεύθυνση ΒΑ-ΝΔ, σωζόμενο μήκος περίπου 13,5 μ. και το πλάτος του κυμαίνεται από 0,20 σε 0,40 μ. Η ΒΑ απόληξη είναι κατεστραμμένη. Το υψηλότερο σωζόμενο ύψος είναι 0,60 μ. όπου και σώζει τέσσερεις σειρές λίθων. Η όψη του είναι αμελώς κατασκευασμένη από βράχους ακανόνιστου σχήματος.
Σε υψηλότερο επίπεδο και στο μέσον περίπου του μήκους του «Αναλημματικού Τοίχου 1», καταλήγει κατασκευή που συμβατικά ονομάστηκε «Κατασκευή 1» που έχει πιθανότατα στόχο την απορροή υδάτων, βρόχινων ή άλλων.
Δυτικά του κυκλικού κτιρίου, καθαρίστηκε τοίχος, διεύθυνσης Α-Δ, σωζόμενου μήκους 3,5 μ., πλάτους 0,45 μ. και ύψους 0,19 μ. που είχε σημειωθεί και στο πρώτο τοπογραφικό («Κατασκευή 2»).
Τέλος, ανατολικά του κυκλικού κτιρίου αποκαλύφθηκαν τα κατάλοιπα τοίχων ομοίως ορατών στο πρώτο τοπογραφικό σχέδιο που συμβατικά ονομάστηκαν «Κατασκευή 3». Η ορθογώνια αυτή κατασκευή αποτέλεσε το επίκεντρο των ανασκαφικών ερευνών του 2024 και 2025. Ο μεγαλύτερος τοίχος, ο βόρειος, είναι ο ΤΧ1, με διεύθυνση Α-Δ. Το μήκος του είναι 6,75 μ. και το μέγιστο πλάτος 1,12 μ. στη δυτική του απόληξη. Το μέγιστο σωζόμενο ύψος του είναι 0,42 μ. Ο ΤΧ2, κατασκευασμένος με τον ίδιο τρόπο, εκφύεται από τον ΤΧ1 και έχει διεύθυνση Β-Ν, μήκος 1,40 μ. και πλάτος 0,49 μ. στη βόρεια απόληξή του. Το ύψος του είναι 0,73 μ. στη βόρεια πλευρά του. Ο ΤΧ 3 αποτελεί τη νότια πλευρά της κατασκευής και έχει σωζόμενο μήκος 3,80 μ., πλάτος 0,36-0,40 μ. και μέγιστο σωζόμενο ύψος 0,26 μ. Η είσοδος ανοίγεται στον ΤΧ 2 όπου υπάρχει κενό.
Η διερεύνησή της κατασκευής απέδωσε ποσότητα κεραμικής, τόσο χειροποίητη όσο και τροχήλατη. Βρέθηκαν θραύσματα ντόπιων χειροποίητων χονδροειδών αγγείων, κυρίως σχήματα αποθήκευσης, όπως αμφορείς και πιθοειδή αγγεία, πολλά με πλαστική διακόσμηση, το «σήμα κατατεθέν» της τοπικής παραγωγής. Επιπλέον, εντοπίστηκαν και μελαμβαφή σχήματα, συμπεριλαμβανομένων και εισηγμένων αττικών αγγείων, κυρίως πόσης, αλλά και μικρά επιτραπέζια αγγεία, όπως «αλατιέρες». Η ντόπια κεραμική παραγωγή υποδεικνύει αρκετά ευρεία χρονολόγηση, από τη Μέση Εποχή του Χαλκού έως και την Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου.
Το Μάιο του 2024 εντοπίστηκε κατά χώραν κάτω από λίθο του ΤΧ1 οξυπύθμενος πίθος που διέσωσε μεγάλο τμήμα του κατώτερου σώματος και ακέραιο το έμβολό του.
Εκτός της κεραμικής, συλλέχθηκαν και αρκετά οστά ζώων, όπως και υπολείμματα ξυλάνθρακα. Συνδυαστικά με τα αγγεία πόσης, τα μαγειρικά και αποθηκευτικά σκεύη, παραπέμπουν στην παρασκευή και κατανάλωση φαγητού στο χώρο.
Για τον ακριβέστερο χρονολογικό προσδιορισμό των ανεσκαμμένων καταλοίπων, έγινε συλλογή δύο δειγμάτων με πυρηνοληψία από τον Δρα Κ. Σταμούλη (Εργαστήριο Αρχαιομετρίας, Τμήμα Φυσικής Π.Ι.) για χρονολόγηση με την μέθοδο της οπτικά προτρεπόμενης φωταύγειας (Optically Stimulated Luminescence, OSL). Το πρώτο δείγμα (D1VP25) συλλέχθηκε στο σημείο έδρασης του εξωτερικού δακτυλίου του πυρήνα του «Θεσμοφορίου» και το δεύτερο στο ύψος περίπου του εμβόλου του πίθου πριν την απομάκρυνσή του. Με βάση τη μέθοδο αυτή, η ηλικία του πρώτου δείγματος προσδιορίστηκε στο 1350 π.Χ. (± 200) και του δεύτερου στο 350 π.Χ. (± 100). Η χρονολόγηση του πρώτου δείγματος συμβαδίζει με αυτήν μεγάλου ποσοστού της ντόπιας κεραμικής που εντοπίζεται εντός της Κατασκευής 3. Ωστόσο, η ηλικία του δεύτερου δείγματος προβληματίζει, καθώς ο πίθος δεν μπορεί να είναι τόσο ύστερος, ενώ το υψομετρικό βάθος του δε διαφέρει ιδιαίτερα από αυτό του πρώτου δείγματος. Ενδεχομένως η χρονολόγηση αυτή να αφορά την ίδια την Κατασκευή 3 και τον ΤΧ1 που όντως στρωματογραφικά εμφανίζεται νεότερος του επιπέδου χρήσης στο οποίο κατέληξε η ανασκαφική διερεύνηση.
4. Κτίριο 1
Κατά την ανασκαφική περίοδο του 2023, διανοίχτηκε νέα δοκιμαστική τομή διαστάσεων 3x3 μ. στο πλάτωμα νότια του «Θεσμοφορίου» (Τομή 2023.3), κατόπιν επισήμανσης της κ. Κ. Γραβάνη ότι εκεί το χώμα ανήκε σε «καθαρό» αρχαιολογικό στρώμα όταν κατά τη διάρκεια των παλαιότερων εργασιών στο σημείο, το εκσκαφικό μηχάνημα αφαιρούσε όγκο σύγχρονων απορριμμάτων, εντύπωση που επιβεβαιώθηκε και από την τοπογραφική διασκόπηση με τη μέθοδο GPR από τον τοπογράφο Δ. Ζήνα.
Παρά τις ενδείξεις διατάραξης τόσο στα επιφανειακά στρώματα όσο και σε βαθύτερα επίπεδα, η διερεύνηση της τομής αυτής έφερε στο φως τμήμα ενός κτιρίου, η διερεύνηση του οποίου συνεχίστηκε κατά τις ανασκαφικές περιόδους του 2024 και 2025.
Πρόκειται για ένα ορθογώνιο κτίριο, του οποίου έχουν έρθει στο φως μερικώς τρεις ορθογώνιοι χώροι σε παρατακτική διάταξη και με προσανατολισμό Β-Ν που ορίζονται από τέσσερεις τοίχους (ΤΧ1-ΤΧ4). Το οικοδόμημα δεν είχε θεμελιωθεί σε φυσικό βράχο, αλλά επάνω σε ερυθροκάστανη με αρκετή λατύπη και μεσαίους αργούς λίθους επίχωση αλλουβιακής/κολλουβιακής φύσης, αποτέλεσμα του νερού και της κατολίσθησης υλικού από τα υψηλότερα τμήματα του Μεγάλου Λαγκαδιού.
Ο Χώρος 1 είναι ο δυτικότερος και σχηματίζεται από τους γωνιάζοντες ΤΧ 1 και ΤΧ 2 που είναι κατασκευασμένοι από μεγάλους πλακοειδείς λίθους. Ο Χώρος 1 έχει διαστάσεις 2.25 μ. (Α-Δ) και 1,40 μ. (Β-Ν) και αντιστοιχεί και στην πρώτη φάση οικοδόμησης του κτιρίου. Ο ΤΧ 3, συνέχεια του ΤΧ 1 προς τα ανατολικά, οριοθετεί το Χώρο 2, δεύτερο από τα ΒΔ, που αντιπροσωπεύει τη δεύτερη κατασκευαστική φάση και ουσιαστικά την επέκταση του οικοδομήματος προς τα ανατολικά. Έχει διαστάσεις 1,30 (Α-Δ) και 1,60 μ. (Β-Ν). Ο Χώρος 3 έχει διαστάσεις 0,50 (Α-Δ) και 1,70 (Β-Ν).
Τα ευρήματα από τη διερεύνηση του κτιρίου είναι κυρίως μεταλλικά. Πρόκειται για στρατιωτικό εξοπλισμό, χάλκινους ήλους και χάλκινα στελέχη, αλλά και μεγάλο αριθμό από κάλυκες των ετών 1908, 1910, 1912, 1913 από τυφέκια που χρησιμοποιούσε ο ελληνικός στρατός στη διάρκεια των βαλκανικών πολέμων, όπως και νομίσματα οθωμανικά, του Ιονικού Κράτους αλλά και του Βασιλείου της Ελλάδος.
Τα νομίσματα και ο στρατιωτικός εξοπλισμός του Ελληνικού Στρατού επιτρέπει τη χρονολόγηση του οικοδομήματος στους δύο τελευταίους αιώνες, αν και η προκαταρκτική εξέταση της εφυαλωμένης κεραμικής υποδεικνύει σχετικά ευρεία χρονολόγησή από τη Μεσοβυζαντινή έως τη Νεότερη περίοδο.
Ο εντοπισμός του στρατιωτικού εξοπλισμού του Ε. Σ., καθώς και η εντύπωση ότι οι οικοδομικές φάσεις του οικοδομήματος υπήρξαν ξαφνικές και πρόχειρες, υποδεικνύει ότι το οικοδόμημα μάλλον εξυπηρετούσε στρατιωτικές ανάγκες του Ε. Σ. μετά το 1913 και την απελευθέρωση των Ιωαννίνων. Ο στρατιωτικός εξοπλισμός εντοπίστηκε κυρίως στο Χώρο 3, οπότε, ίσως, ο συγκεκριμένος χώρος να λειτουργούσε ως αποθήκη. Ο Χώρος 2 μπορεί να ταυτιστεί με ασφάλεια με χώρο παρασκευής φαγητού, καθώς κατά μήκος του δυτικού μετώπου του ΤΧ 4 αποκαλύφθηκε στρώση επίπεδων λίθων με μεγάλη ποσότητα κάρβουνου, στάχτη και λίγα ζωικά οστά στο υπερκείμενο στρώμα.
Με βάση τα ανασκαφικά δεδομένα και την προκαταρκτική εξέταση των ευρημάτων, ο Χώρος 1, ο πρωιμότερος πυρήνας του Κτιρίου 1, πιθανότερα κατασκευάστηκε κατά την Οθωμανική περίοδο, ενώ οι Χώροι 1-3 αποτελούν προσθήκες του Ε. Σ. μετά το 1913.
Μετά την εγκατάλειψη και κατάρρευση της ανωδομής του οικοδομήματος, αλλουβιακό/ κολλουβιακό στρώμα με αρκετή λατύπη, κάλυψε τα κατάλοιπα του οικοδομήματος.
Η ανασκαφική έρευνα του Κτιρίου 1 φωτίζει και για πρώτη φορά τεκμηριώνει ανασκαφικά τη νεότερη ιστορία της περιοχής, συνέχεται με τα ορατά αμυντικά έργα στην κορυφή του λόφου της Δουρούτης, όπου και το ομώνυμο οχυρό, και η συνέχισή της αναμένεται να συμβάλει σημαντικά στη μελέτης της νεότερης ιστορίας των Ιωαννίνων.
ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΣΚΑΦΗ ΣΤΗ ΔΟΥΡΟΥΤΗ
(ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥΠΟΛΗ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ)
Χρηματοδότηση
Το πενταετές ανασκαφικό-ερευνητικό πρόγραμμα στηρίζεται οικονομικά από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, την Περιφέρεια Ηπείρου, και το Ίδρυμα Αθανασίου και Μαρίνας Μαρτίνου - ΑΙΓΕΑΣ ΑΜΚΕ.
ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΣΚΑΦΗ ΣΤΗ ΔΟΥΡΟΥΤΗ
(ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥΠΟΛΗ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ)
Ερευνητική Ομάδα
ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΣΚΑΦΗ ΣΤΗ ΔΟΥΡΟΥΤΗ
(ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥΠΟΛΗ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ)
Προστασία και Ανάδειξη του Χώρου
2006-2011
2008
2022