Ιστότοπος ΠΜΣ «Αρχαίος Κόσμος: Ιστορία και Αρχαιολογία» 2016-2024
ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΣΚΑΦΗ ΣΤΗ ΔΟΥΡΟΥΤΗ
(ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥΠΟΛΗ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ)
Νέα Ανασκαφική Έρευνα (2022-2026)
Ο Τομέας Αρχαιολογίας και Ιστορίας της Τέχνης του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων ανέλαβε, ύστερα από ομόφωνη θετική γνωμοδότηση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου (10.05.2021), τη διενέργεια πενταετούς ανασκαφικού προγράμματος κατά τα έτη 2022-2026 στο λόφο της Δουρούτης υπό τη διεύθυνση των καθηγητών Α. Βλαχόπουλου, Α. Αλεξανδρίδου, Κ. Καθάριου.
Η συνέχιση της συστηματικής ανασκαφής στη Δουρούτη έχει ερευνητικούς-αρχαιολογικούς και εκπαιδευτικούς στόχους, επιδιώκοντας να συνδυάσει τη διερεύνηση της σημαντικής αρχαίας θέσης με την εκπαίδευση των φοιτητών της κατεύθυνσης Αρχαιολογίας του Τμήματος στο πεδίο, συνδυαστικά με το προσφερόμενο από τον Τομέα Αρχαιολογίας μάθημα «Ανασκαφική-Αρχαιολογία πεδίου στην Ήπειρο».
1. Το Νεκροταφείο
Στο πλαίσιο των εργασιών προπαρασκευαστικού χαρακτήρα περιορισμένης διάρκειας (15 Ιουνίου – 6 Ιουλίου 2022), πραγματοποιήθηκε καθαρισμός του νεκροταφείου στα κατώτερα κράσπεδα του λόφου, καθώς και ο έλεγχος των παλαιών αποτυπώσεων των τάφων σε βάση τη σημερινή τους κατάσταση. Συγκεκριμένα, ταυτίστηκαν τρεις από τους κιβωτιόσχημους τάφους (Τάφοι Χ, ΧΙΙ και LXXXI), καθώς και δύο τοίχοι (ΤΧ 1-ΤΧ2) από πλακαρούς ασβεστολιθικούς λίθους, τμήμα πιθανόν κάποιας σύγχρονης και όχι αρχαίας κατασκευής.
2. Πλάτωμα νότια «Θεσμοφορίου: Τομές 2023.1 και 2023.2.
Κατά την ανασκαφική περίοδο του Μαΐου 2023, διανοίχθηκαν δύο δοκιμαστικές τομές στο πλάτωμα νότια του Βορείου Συγκροτήματος του Θεσμοφορίου σε συγκεκριμένες θέσεις με βάση τα αποτελέσματα της τεχνικής έκθεσης γεωφυσικών διασκοπήσεων που διενεργήθηκαν το 2005 από τον Δρ. Απόστολο Σαρρή στο πλαίσιο της συνεργασίας μεταξύ του Ινστιτούτου Μεσογειακών Σπουδών (ΙΜΣ-ΙΤΕ) και του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.
Οι τομές διαστάσεων 2x2 μ. εντάχθηκαν σε κάνναβο, έχουν προσανατολισμό Β-Ν και απέχουν μεταξύ τους 2 μ. Η Τομή 2023.1 αποτελεί την βορειότερη εκ των δύο και η Τομή 2023.2 τη νοτιότερη.
Οι εργασίες στις τομές έφτασαν σε βάθος περίπου 0,85 μ. και 0,70 μ. αντίστοιχα, όπου και ολοκληρώθηκαν καθώς δεν απέδωσαν ευρήματα.
Τα ευρήματα της γεωφυσικής διασκόπησης του Σαρρή μπορεί να μην επιβεβαιώθηκαν ούτε ανασκαφικά ούτε από το σύστημα Sonar του τοπογράφου Δ. Ζήνα, ωστόσο οι εργασίες στις δύο τομές προσέφεραν πληροφορίες σχετικά με τη στρωματογραφία στη θέση. Διαπιστώθηκε η ύπαρξη εναλλασσόμενων στρωμάτων καστανού χώματος με αργούς λίθους μικρού και μεσαίου μεγέθους και ανοιχτού καστανού χώματος με «λατύπη». Οι επιχώσεις αυτές είναι μάλλον αποτέλεσμα των χειμάρρων που υπήρχαν κοντά στο σημείο όπου ορίστηκε η τομή. Στα ανώτερα στρώματα συχνή ήταν η εύρεση τμημάτων πλαστικού, σύγχρονων τούβλων και μεταλλικών αντικειμένων, αποδείξεις ότι η περιοχή είχε δεχτεί όγκους απορριμμάτων, όπως μας υπέδειξαν οι ανασκαφείς κ. Ανδρέου και κ. Γραβάνη αλλά και κάτοικος της περιοχής.
3. «Θεσμοφόριο»
Το 2022, πραγματοποιήθηκε καθαρισμός των ορατών αρχιτεκτονικών καταλοίπων του Βόρειου Συγκροτήματος και δη του κυκλικού κτιρίου διαμέτρου 10,50 μ. που διαμορφώνεται από δύο ομόκεντρους τοίχους και απομακρύνθηκαν τα υπολείμματα του γεω-υφάσματος που είχε τοποθετηθεί πάνω από τα κτιριακά κατάλοιπα στις αρχές της δεκαετίας του 2000.
Ακριβώς βόρεια του κυκλικού κτιρίου, οι εργασίες του 2022 επικεντρώθηκαν στην αποκάλυψη τοίχου μεγάλων διαστάσεων που ονομάστηκε συμβατικά «Αναλημματικός Τοίχος 1». Έχει διεύθυνση ΒΑ-ΝΔ, σωζόμενο μήκος περίπου 13,5 μ. και το πλάτος του κυμαίνεται από 0,20 σε 0,40 μ. Η ΒΑ απόληξη είναι κατεστραμμένη. Το υψηλότερο σωζόμενο ύψος είναι 0,60 μ. όπου και σώζει τέσσερεις σειρές λίθων. Η όψη του είναι αμελώς κατασκευασμένη από βράχους ακανόνιστου σχήματος.
Σε υψηλότερο επίπεδο και στο μέσον περίπου του μήκους του «Αναλημματικού Τοίχου 1», καταλήγει κατασκευή που συμβατικά ονομάστηκε «Κατασκευή 1» που έχει πιθανότατα στόχο την απορροή υδάτων, βρόχινων ή άλλων.
Δυτικά του κυκλικού κτιρίου, καθαρίστηκε τοίχος, διεύθυνσης Α-Δ, σωζόμενου μήκους 3,5 μ., πλάτους 0,45 μ. και ύψους 0,19 μ. που είχε σημειωθεί και στο πρώτο τοπογραφικό («Κατασκευή 2»).
Τέλος, ανατολικά του κυκλικού κτιρίου αποκαλύφθηκαν τα κατάλοιπα τοίχων ομοίως ορατών στο πρώτο τοπογραφικό σχέδιο που συμβατικά ονομάστηκαν «Κατασκευή 3». Η ορθογώνια αυτή κατασκευή αποτέλεσε το επίκεντρο των ανασκαφικών ερευνών του 2024 και 2025. Ο μεγαλύτερος τοίχος, ο βόρειος, είναι ο ΤΧ1, με διεύθυνση Α-Δ. Το μήκος του είναι 6,75 μ. και το μέγιστο πλάτος 1,12 μ. στη δυτική του απόληξη. Το μέγιστο σωζόμενο ύψος του είναι 0,42 μ. Ο ΤΧ2, κατασκευασμένος με τον ίδιο τρόπο, εκφύεται από τον ΤΧ1 και έχει διεύθυνση Β-Ν, μήκος 1,40 μ. και πλάτος 0,49 μ. στη βόρεια απόληξή του. Το ύψος του είναι 0,73 μ. στη βόρεια πλευρά του. Ο ΤΧ 3 αποτελεί τη νότια πλευρά της κατασκευής και έχει σωζόμενο μήκος 3,80 μ., πλάτος 0,36-0,40 μ. και μέγιστο σωζόμενο ύψος 0,26 μ. Η είσοδος ανοίγεται στον ΤΧ 2 όπου υπάρχει κενό.
Η διερεύνησή της κατασκευής απέδωσε ποσότητα κεραμικής, τόσο χειροποίητη όσο και τροχήλατη. Βρέθηκαν θραύσματα ντόπιων χειροποίητων χονδροειδών αγγείων, κυρίως σχήματα αποθήκευσης, όπως αμφορείς και πιθοειδή αγγεία, πολλά με πλαστική διακόσμηση, το «σήμα κατατεθέν» της τοπικής παραγωγής. Επιπλέον, εντοπίστηκαν και μελαμβαφή σχήματα, συμπεριλαμβανομένων και εισηγμένων αττικών αγγείων, κυρίως πόσης, αλλά και μικρά επιτραπέζια αγγεία, όπως «αλατιέρες». Η ντόπια κεραμική παραγωγή υποδεικνύει αρκετά ευρεία χρονολόγηση, από τη Μέση Εποχή του Χαλκού έως και την Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου.
Το Μάιο του 2024 εντοπίστηκε κατά χώραν κάτω από λίθο του ΤΧ1 οξυπύθμενος πίθος που διέσωσε μεγάλο τμήμα του κατώτερου σώματος και ακέραιο το έμβολό του.
Εκτός της κεραμικής, συλλέχθηκαν και αρκετά οστά ζώων, όπως και υπολείμματα ξυλάνθρακα. Συνδυαστικά με τα αγγεία πόσης, τα μαγειρικά και αποθηκευτικά σκεύη, παραπέμπουν στην παρασκευή και κατανάλωση φαγητού στο χώρο.
Για τον ακριβέστερο χρονολογικό προσδιορισμό των ανεσκαμμένων καταλοίπων, έγινε συλλογή δύο δειγμάτων με πυρηνοληψία από τον Δρα Κ. Σταμούλη (Εργαστήριο Αρχαιομετρίας, Τμήμα Φυσικής Π.Ι.) για χρονολόγηση με την μέθοδο της οπτικά προτρεπόμενης φωταύγειας (Optically Stimulated Luminescence, OSL). Το πρώτο δείγμα (D1VP25) συλλέχθηκε στο σημείο έδρασης του εξωτερικού δακτυλίου του πυρήνα του «Θεσμοφορίου» και το δεύτερο στο ύψος περίπου του εμβόλου του πίθου πριν την απομάκρυνσή του. Με βάση τη μέθοδο αυτή, η ηλικία του πρώτου δείγματος προσδιορίστηκε στο 1350 π.Χ. (± 200) και του δεύτερου στο 350 π.Χ. (± 100). Η χρονολόγηση του πρώτου δείγματος συμβαδίζει με αυτήν μεγάλου ποσοστού της ντόπιας κεραμικής που εντοπίζεται εντός της Κατασκευής 3. Ωστόσο, η ηλικία του δεύτερου δείγματος προβληματίζει, καθώς ο πίθος δεν μπορεί να είναι τόσο ύστερος, ενώ το υψομετρικό βάθος του δε διαφέρει ιδιαίτερα από αυτό του πρώτου δείγματος. Ενδεχομένως η χρονολόγηση αυτή να αφορά την ίδια την Κατασκευή 3 και τον ΤΧ1 που όντως στρωματογραφικά εμφανίζεται νεότερος του επιπέδου χρήσης στο οποίο κατέληξε η ανασκαφική διερεύνηση.
4. Κτίριο 1
Κατά την ανασκαφική περίοδο του 2023, διανοίχτηκε νέα δοκιμαστική τομή διαστάσεων 3x3 μ. στο πλάτωμα νότια του «Θεσμοφορίου» (Τομή 2023.3), κατόπιν επισήμανσης της κ. Κ. Γραβάνη ότι εκεί το χώμα ανήκε σε «καθαρό» αρχαιολογικό στρώμα όταν κατά τη διάρκεια των παλαιότερων εργασιών στο σημείο, το εκσκαφικό μηχάνημα αφαιρούσε όγκο σύγχρονων απορριμμάτων, εντύπωση που επιβεβαιώθηκε και από την τοπογραφική διασκόπηση με τη μέθοδο GPR από τον τοπογράφο Δ. Ζήνα.
Παρά τις ενδείξεις διατάραξης τόσο στα επιφανειακά στρώματα όσο και σε βαθύτερα επίπεδα, η διερεύνηση της τομής αυτής έφερε στο φως τμήμα ενός κτιρίου, η διερεύνηση του οποίου συνεχίστηκε κατά τις ανασκαφικές περιόδους του 2024 και 2025.
Πρόκειται για ένα ορθογώνιο κτίριο, του οποίου έχουν έρθει στο φως μερικώς τρεις ορθογώνιοι χώροι σε παρατακτική διάταξη και με προσανατολισμό Β-Ν που ορίζονται από τέσσερεις τοίχους (ΤΧ1-ΤΧ4). Το οικοδόμημα δεν είχε θεμελιωθεί σε φυσικό βράχο, αλλά επάνω σε ερυθροκάστανη με αρκετή λατύπη και μεσαίους αργούς λίθους επίχωση αλλουβιακής/κολλουβιακής φύσης, αποτέλεσμα του νερού και της κατολίσθησης υλικού από τα υψηλότερα τμήματα του Μεγάλου Λαγκαδιού.
Ο Χώρος 1 είναι ο δυτικότερος και σχηματίζεται από τους γωνιάζοντες ΤΧ 1 και ΤΧ 2 που είναι κατασκευασμένοι από μεγάλους πλακοειδείς λίθους. Ο Χώρος 1 έχει διαστάσεις 2.25 μ. (Α-Δ) και 1,40 μ. (Β-Ν) και αντιστοιχεί και στην πρώτη φάση οικοδόμησης του κτιρίου. Ο ΤΧ 3, συνέχεια του ΤΧ 1 προς τα ανατολικά, οριοθετεί το Χώρο 2, δεύτερο από τα ΒΔ, που αντιπροσωπεύει τη δεύτερη κατασκευαστική φάση και ουσιαστικά την επέκταση του οικοδομήματος προς τα ανατολικά. Έχει διαστάσεις 1,30 (Α-Δ) και 1,60 μ. (Β-Ν). Ο Χώρος 3 έχει διαστάσεις 0,50 (Α-Δ) και 1,70 (Β-Ν).
Τα ευρήματα από τη διερεύνηση του κτιρίου είναι κυρίως μεταλλικά. Πρόκειται για στρατιωτικό εξοπλισμό, χάλκινους ήλους και χάλκινα στελέχη, αλλά και μεγάλο αριθμό από κάλυκες των ετών 1908, 1910, 1912, 1913 από τυφέκια που χρησιμοποιούσε ο ελληνικός στρατός στη διάρκεια των βαλκανικών πολέμων, όπως και νομίσματα οθωμανικά, του Ιονικού Κράτους αλλά και του Βασιλείου της Ελλάδος.
Τα νομίσματα και ο στρατιωτικός εξοπλισμός του Ελληνικού Στρατού επιτρέπει τη χρονολόγηση του οικοδομήματος στους δύο τελευταίους αιώνες, αν και η προκαταρκτική εξέταση της εφυαλωμένης κεραμικής υποδεικνύει σχετικά ευρεία χρονολόγησή από τη Μεσοβυζαντινή έως τη Νεότερη περίοδο.
Ο εντοπισμός του στρατιωτικού εξοπλισμού του Ε. Σ., καθώς και η εντύπωση ότι οι οικοδομικές φάσεις του οικοδομήματος υπήρξαν ξαφνικές και πρόχειρες, υποδεικνύει ότι το οικοδόμημα μάλλον εξυπηρετούσε στρατιωτικές ανάγκες του Ε. Σ. μετά το 1913 και την απελευθέρωση των Ιωαννίνων. Ο στρατιωτικός εξοπλισμός εντοπίστηκε κυρίως στο Χώρο 3, οπότε, ίσως, ο συγκεκριμένος χώρος να λειτουργούσε ως αποθήκη. Ο Χώρος 2 μπορεί να ταυτιστεί με ασφάλεια με χώρο παρασκευής φαγητού, καθώς κατά μήκος του δυτικού μετώπου του ΤΧ 4 αποκαλύφθηκε στρώση επίπεδων λίθων με μεγάλη ποσότητα κάρβουνου, στάχτη και λίγα ζωικά οστά στο υπερκείμενο στρώμα.
Με βάση τα ανασκαφικά δεδομένα και την προκαταρκτική εξέταση των ευρημάτων, ο Χώρος 1, ο πρωιμότερος πυρήνας του Κτιρίου 1, πιθανότερα κατασκευάστηκε κατά την Οθωμανική περίοδο, ενώ οι Χώροι 1-3 αποτελούν προσθήκες του Ε. Σ. μετά το 1913.
Μετά την εγκατάλειψη και κατάρρευση της ανωδομής του οικοδομήματος, αλλουβιακό/ κολλουβιακό στρώμα με αρκετή λατύπη, κάλυψε τα κατάλοιπα του οικοδομήματος.
Η ανασκαφική έρευνα του Κτιρίου 1 φωτίζει και για πρώτη φορά τεκμηριώνει ανασκαφικά τη νεότερη ιστορία της περιοχής, συνέχεται με τα ορατά αμυντικά έργα στην κορυφή του λόφου της Δουρούτης, όπου και το ομώνυμο οχυρό, και η συνέχισή της αναμένεται να συμβάλει σημαντικά στη μελέτης της νεότερης ιστορίας των Ιωαννίνων.